καταθλιπτικός
•
- τεχνολογίασχετικός με κατάθλιψη, που χρησιμοποιεί πίεση ή συμπίεση Βικιλεξικό
- καταθλιπτική αντλία, καταθλιπτικός αγωγός
- ψυχιατρικήπου πάσχει από κατάθλιψη Βικιλεξικό
- καταθλιπτικός ασθενής
- που προκαλεί μελαγχολικά-αρνητικά συναισθήματα Βικιλεξικό
- καταθλιπτικός πίνακας
- Οπότε αγόρια, αδράξτε τις κιθάρες σας, και, θερμά παρακαλώ, ξεχάστε πια τον Θεοδωράκη και τον Λοΐζο, τον Παπακωνσταντίνου και το ρημαδοέντεχνο, διότι η μόνη περίπτωση να σου κάτσει πήδουλος με τα καταθλιπτικά του Καββαδία, είναι η γκόμενα να’ χει μόλις ξεμπαρκάρει από γκαζάδικο.
Ετυμολογία
καταθλιπτικός < (καταθλίβω) καταθλιπ- + -τικός :* για την ψυχιατρική < απόδοση για τη γαλλική oppressif
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καταθλιπτικός | καταθλιπτική | καταθλιπτικό |
| Γενική | καταθλιπτικού | καταθλιπτικής | καταθλιπτικού |
| Αιτιατική | καταθλιπτικό | καταθλιπτική | καταθλιπτικό |
| Κλητική | καταθλιπτικέ | καταθλιπτική | καταθλιπτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καταθλιπτικοί | καταθλιπτικές | καταθλιπτικά |
| Γενική | καταθλιπτικών | καταθλιπτικών | καταθλιπτικών |
| Αιτιατική | καταθλιπτικούς | καταθλιπτικές | καταθλιπτικά |
| Κλητική | καταθλιπτικοί | καταθλιπτικές | καταθλιπτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →