Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καταθλιπτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. τεχνολογίασχετικός με κατάθλιψη, που χρησιμοποιεί πίεση ή συμπίεση Βικιλεξικό
    • καταθλιπτική αντλία, καταθλιπτικός αγωγός
  2. ψυχιατρικήπου πάσχει από κατάθλιψη Βικιλεξικό
    • καταθλιπτικός ασθενής
  3. που προκαλεί μελαγχολικά-αρνητικά συναισθήματα Βικιλεξικό
    • καταθλιπτικός πίνακας
    • Οπότε αγόρια, αδράξτε τις κιθάρες σας, και, θερμά παρακαλώ, ξεχάστε πια τον Θεοδωράκη και τον Λοΐζο, τον Παπακωνσταντίνου και το ρημαδοέντεχνο, διότι η μόνη περίπτωση να σου κάτσει πήδουλος με τα καταθλιπτικά του Καββαδία, είναι η γκόμενα να’ χει μόλις ξεμπαρκάρει από γκαζάδικο.

Ετυμολογία

καταθλιπτικός < (καταθλίβω) καταθλιπ- + -τικός :* για την ψυχιατρική < απόδοση για τη γαλλική oppressif

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαταθλιπτικόςκαταθλιπτικήκαταθλιπτικό
Γενικήκαταθλιπτικούκαταθλιπτικήςκαταθλιπτικού
Αιτιατικήκαταθλιπτικόκαταθλιπτικήκαταθλιπτικό
Κλητικήκαταθλιπτικέκαταθλιπτικήκαταθλιπτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαταθλιπτικοίκαταθλιπτικέςκαταθλιπτικά
Γενικήκαταθλιπτικώνκαταθλιπτικώνκαταθλιπτικών
Αιτιατικήκαταθλιπτικούςκαταθλιπτικέςκαταθλιπτικά
Κλητικήκαταθλιπτικοίκαταθλιπτικέςκαταθλιπτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →