καταθλιπτικότητα
•
- η ιδιότητα του καταθλιπτικού, το να είναι κάποιος καταθλιπτικός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καταθλιπτικότητα < καταθλιπτικός + -ότητα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καταθλιπτικότητα | καταθλιπτικότητες |
| Γενική | καταθλιπτικότητας | καταθλιπτικοτήτων |
| Αιτιατική | καταθλιπτικότητα | καταθλιπτικότητες |
| Κλητική | καταθλιπτικότητα | καταθλιπτικότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →