καταιονητήρ
•
- καθαρεύουσαο καταιονητήρας, καταιονιστήρας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καταιονητήρ (μαρτυρείται από το 1879) < ελληνιστική κοινή καταιονάω / καταιονῶ, καταιονη- + -τήρ
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
καταιονητήρ (μαρτυρείται από το 1879) < ελληνιστική κοινή καταιονάω / καταιονῶ, καταιονη- + -τήρ
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →