κατακάθισμα
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κατακάθομαι Βικιλεξικό
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κατακάθομαι Βικιλεξικό
- κυριολεκτικάη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κατακάθομαι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κατακάθισμα < κατακαθίζω + -μα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κατακάθισμα | κατακαθίσματα |
| Γενική | κατακαθίσματος | κατακαθισμάτων |
| Αιτιατική | κατακάθισμα | κατακαθίσματα |
| Κλητική | κατακάθισμα | κατακαθίσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →