κατακαίω
•
- καίω κάτι τελείως Βικιλεξικό
- Ὁ Φαίδων ἀπεκρίθηκε, κομμάτι πειραγμένα· / - Ὅμως στὸν ἴσκιο ἔτρεξες προτήτερ' ἀπὸ μένα, / γιὰ ν' ἀποφύγῃς γρήγορα τοῦ ἥλιου σου τὴ χάρι... / Δὲν κατακαίει τὸ κορμὶ σὰν ἥλιος τὸ φεγγάρι! (Αχιλλέας Παράσχος (1838–1895), Το κεράκι)
- μεταφορικάγια συναίσθημα: που ταλαιπωρεί Βικιλεξικό
- η απόρριψη μου κατέκαψε τα σωθικά
Ετυμολογία
κατακαίω < αρχαία ελληνική κατακαίω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →