Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κατακερματισμός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. η διάσπαση ενός αντικειμένου σε πάρα πολλά μικρά κομμάτια, η συντριβή του Βικιλεξικό
  2. πληροφορικήfragmentation: η αποθήκευση αρχείου, από το λειτουργικό σύστημα, σε μη συνεχόμενα τμήματα της μνήμης (πχ. σε σκληρό δίσκο), κάτι που συμβαίνει είτε γιατί δεν υπάρχει ο αντίστοιχος χώρος αυτούσια ελεύθερος, είτε γιατί το αρχείο μεγαλώνει με νέες εγγραφές και η συνέχεια του καταλαμβάνεται από άλλο αρχείο Βικιλεξικό
    • σε πολλές περιπτώσεις ακόμα και τα δεδομένα ενός αρχείου μπορεί να βρίσκονται σε πολλές διαφορετικές τοποθεσίες. Αυτό το φαινόμενο ονομάζεται κατακερματισμός, και είναι ο λόγος που οι δίσκοι HDD χρειάζονται ανασυγκρότηση.

Ετυμολογία

κατακερματισμός < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκατακερματισμόςκατακερματισμοί
Γενικήκατακερματισμούκατακερματισμών
Αιτιατικήκατακερματισμόκατακερματισμούς
Κλητικήκατακερματισμέκατακερματισμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →