Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κατακιτρινίζω

ρήμα
•
  1. κιτρινίζω εντελώς, πλήρως Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κατακιτρινίζω < κατα- + κιτρινίζω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςκατακιτρινίζωκατακιτρινίζειςκατακιτρινίζεικατακιτρινίζουμεκατακιτρινίζετεκατακιτρινίζουν / κατακιτρινίζουνε
Παρατατικόςκατακιτρίνιζακατακιτρίνιζεςκατακιτρίνιζεκατακιτρινίζαμεκατακιτρινίζατεκατακιτρίνιζαν / κατακιτρινίζαν / κατακιτρινίζανε
Αόριστοςκατακιτρίνισακατακιτρίνισεςκατακιτρίνισεκατακιτρινίσαμεκατακιτρινίσατεκατακιτρίνισαν / κατακιτρινίσαν / κατακιτρινίσανε
Μέλλονταςθα κατακιτρινίζω / θα κατακιτρινίσωθα κατακιτρινίζεις / θα κατακιτρινίσειςθα κατακιτρινίζει / θα κατακιτρινίσειθα κατακιτρινίζουμε / θα κατακιτρινίσουμεθα κατακιτρινίζετε / θα κατακιτρινίσετεθα κατακιτρινίζουν / θα κατακιτρινίζουνε / θα κατακιτρινίσουν / θα κατακιτρινίσουνε
Παρακείμενοςέχω κατακιτρινίσειέχεις κατακιτρινίσειέχει κατακιτρινίσειέχουμε κατακιτρινίσειέχετε κατακιτρινίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα κατακιτρινίσειείχες κατακιτρινίσειείχε κατακιτρινίσειείχαμε κατακιτρινίσει——
Υποτακτικήνα έχω κατακιτρινίσει / να κατακιτρινίζω / να κατακιτρινίσωνα έχεις κατακιτρινίσει / να κατακιτρινίζεις / να κατακιτρινίσειςνα έχει κατακιτρινίσει / να κατακιτρινίζει / να κατακιτρινίσεινα έχουμε κατακιτρινίσει / να κατακιτρινίζουμε / να κατακιτρινίσουμενα έχετε κατακιτρινίσει / να κατακιτρινίζετε / να κατακιτρινίσετενα κατακιτρινίζουν / να κατακιτρινίζουνε / να κατακιτρινίσουν / να κατακιτρινίσουνε
Προστακτική—κατακιτρίνιζε / κατακιτρίνισε——κατακιτρινίζετε / κατακιτρινίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →