κατακιτρινίζω
•
- κιτρινίζω εντελώς, πλήρως Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κατακιτρινίζω < κατα- + κιτρινίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κατακιτρινίζω | κατακιτρινίζεις | κατακιτρινίζει | κατακιτρινίζουμε | κατακιτρινίζετε | κατακιτρινίζουν / κατακιτρινίζουνε |
| Παρατατικός | κατακιτρίνιζα | κατακιτρίνιζες | κατακιτρίνιζε | κατακιτρινίζαμε | κατακιτρινίζατε | κατακιτρίνιζαν / κατακιτρινίζαν / κατακιτρινίζανε |
| Αόριστος | κατακιτρίνισα | κατακιτρίνισες | κατακιτρίνισε | κατακιτρινίσαμε | κατακιτρινίσατε | κατακιτρίνισαν / κατακιτρινίσαν / κατακιτρινίσανε |
| Μέλλοντας | θα κατακιτρινίζω / θα κατακιτρινίσω | θα κατακιτρινίζεις / θα κατακιτρινίσεις | θα κατακιτρινίζει / θα κατακιτρινίσει | θα κατακιτρινίζουμε / θα κατακιτρινίσουμε | θα κατακιτρινίζετε / θα κατακιτρινίσετε | θα κατακιτρινίζουν / θα κατακιτρινίζουνε / θα κατακιτρινίσουν / θα κατακιτρινίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω κατακιτρινίσει | έχεις κατακιτρινίσει | έχει κατακιτρινίσει | έχουμε κατακιτρινίσει | έχετε κατακιτρινίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κατακιτρινίσει | είχες κατακιτρινίσει | είχε κατακιτρινίσει | είχαμε κατακιτρινίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κατακιτρινίσει / να κατακιτρινίζω / να κατακιτρινίσω | να έχεις κατακιτρινίσει / να κατακιτρινίζεις / να κατακιτρινίσεις | να έχει κατακιτρινίσει / να κατακιτρινίζει / να κατακιτρινίσει | να έχουμε κατακιτρινίσει / να κατακιτρινίζουμε / να κατακιτρινίσουμε | να έχετε κατακιτρινίσει / να κατακιτρινίζετε / να κατακιτρινίσετε | να κατακιτρινίζουν / να κατακιτρινίζουνε / να κατακιτρινίσουν / να κατακιτρινίσουνε |
| Προστακτική | — | κατακιτρίνιζε / κατακιτρίνισε | — | — | κατακιτρινίζετε / κατακιτρινίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →