Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κατακλυσμικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον κατακλυσμός ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κατακλυσμικός < κατακλυσμός + -ικός ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική diluvien)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκατακλυσμικόςκατακλυσμικήκατακλυσμικό
Γενικήκατακλυσμικούκατακλυσμικήςκατακλυσμικού
Αιτιατικήκατακλυσμικόκατακλυσμικήκατακλυσμικό
Κλητικήκατακλυσμικέκατακλυσμικήκατακλυσμικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκατακλυσμικοίκατακλυσμικέςκατακλυσμικά
Γενικήκατακλυσμικώνκατακλυσμικώνκατακλυσμικών
Αιτιατικήκατακλυσμικούςκατακλυσμικέςκατακλυσμικά
Κλητικήκατακλυσμικοίκατακλυσμικέςκατακλυσμικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →