κατακλυσμικός
•
- που έχει σχέση με τον κατακλυσμός ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κατακλυσμικός < κατακλυσμός + -ικός ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική diluvien)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κατακλυσμικός | κατακλυσμική | κατακλυσμικό |
| Γενική | κατακλυσμικού | κατακλυσμικής | κατακλυσμικού |
| Αιτιατική | κατακλυσμικό | κατακλυσμική | κατακλυσμικό |
| Κλητική | κατακλυσμικέ | κατακλυσμική | κατακλυσμικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κατακλυσμικοί | κατακλυσμικές | κατακλυσμικά |
| Γενική | κατακλυσμικών | κατακλυσμικών | κατακλυσμικών |
| Αιτιατική | κατακλυσμικούς | κατακλυσμικές | κατακλυσμικά |
| Κλητική | κατακλυσμικοί | κατακλυσμικές | κατακλυσμικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →