Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κατακρεουργημένος

ρήμα, αρσενικό
•
  1. που έχει κατακρεουργηθεί κυριολεκτικά Βικιλεξικό
    • το κατακρεουργημένο πτώμα
  2. μεταφορικάπου έχει κατακρεουργηθεί, κατατμηθεί, έχουν αφαιρεθεί τμήματά του, έχει αλλοιωθεί σημαντικά (π.χ. σε μια εφημερίδα όπου δεν χωράει ένα εκτενές ρεπορτάζ και πετσοκόβεται) Βικιλεξικό
    • το κατακρεουργημένο κείμενο/η κατακρεουργημένη διάλεξη/εισήγηση

Ετυμολογία

κατακρεουργημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου κατακρεουργώ

Άλλοι τύποι

κατακρεουργημένακατακρεουργημένεκατακρεουργημένεςκατακρεουργημένηκατακρεουργημένηςκατακρεουργημένοκατακρεουργημένοικατακρεουργημένοςκατακρεουργημένουκατακρεουργημένουςκατακρεουργημένων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →