κατακρεουργημένος
•
- που έχει κατακρεουργηθεί κυριολεκτικά Βικιλεξικό
- το κατακρεουργημένο πτώμα
- μεταφορικάπου έχει κατακρεουργηθεί, κατατμηθεί, έχουν αφαιρεθεί τμήματά του, έχει αλλοιωθεί σημαντικά (π.χ. σε μια εφημερίδα όπου δεν χωράει ένα εκτενές ρεπορτάζ και πετσοκόβεται) Βικιλεξικό
- το κατακρεουργημένο κείμενο/η κατακρεουργημένη διάλεξη/εισήγηση
Ετυμολογία
κατακρεουργημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου κατακρεουργώ
Άλλοι τύποι
κατακρεουργημένακατακρεουργημένεκατακρεουργημένεςκατακρεουργημένηκατακρεουργημένηςκατακρεουργημένοκατακρεουργημένοικατακρεουργημένοςκατακρεουργημένουκατακρεουργημένουςκατακρεουργημένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →