κατακτητικότητα
•
- η ιδιότητα του κατακτητικού, το να είναι κάποιος κατακτητικός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κατακτητικότητα < κατακτητικός + -ότητα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κατακτητικότητα | κατακτητικότητες |
| Γενική | κατακτητικότητας | κατακτητικοτήτων |
| Αιτιατική | κατακτητικότητα | κατακτητικότητες |
| Κλητική | κατακτητικότητα | κατακτητικότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →