κατακυρωθείς
•
- που κατακυρώθηκε, που είναι πλέον απολύτως αναγνωρισμένο, επικυρωμένο, που έγινε αντικείμενο πλειστηριασμού και δοθηκε στον πλειοδότη, που κατόπιν εκδίκασης σχετικής υπόθεσης αποδόθηκε επισήμως σε κάποιον Βικιλεξικό
- το κατακυρωθέν ακίνητο / το κατακυρωθέν γκολ
- οι κατακυρωθέντες διαγωνισμοί
- η κατακυρωθείσα αξία, δαπάνη, προσφορά
Ετυμολογία
κατακυρωθείς < λόγια μετοχή παθητικού αορίστου του κατακυρώνω < αρχαία ελληνική κατακυρόω
Άλλοι τύποι
κατακυρωθένκατακυρωθέντακατακυρωθένταςκατακυρωθέντεςκατακυρωθέντοςκατακυρωθέντωνκατακυρωθείςκατακυρωθείσακατακυρωθείσαςκατακυρωθείσεςκατακυρωθείσηςκατακυρωθεισών
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →