καταλαβαίνω
•
- αντιλαμβάνομαι ή συλλαμβάνω το νόημα, την σημασία, λογική, αιτία ή φύση κάποιου πράγματος μέσω της γλώσσας, των αισθήσεων ή της σκέψης Βικιλεξικό
- Καταλαβαίνω τι λες.
- Δεν κατάλαβα πώς έγινε.
- Καταλαβαίνει ελληνικά.
- συνειδητοποιώ, αντιλαμβάνομαι έπειτα από σκέψη ή εμπειρία την πραγματικότητα, την αλήθεια, τις αιτίες, τα κίνητρα ή τα αποτελέσματα μιας πράξης ή κατάστασης Βικιλεξικό
- Τώρα κατάλαβα το λάθος μου.
- Κατάλαβε ότι τον κορόιδευαν.
- μπαίνω στην θέση του άλλου, συμμερίζομαι τα συναισθήματα, τις σκέψεις ή τα προβλήματά του και δείχνω κατανόηση Βικιλεξικό
- Σε καταλαβαίνω απόλυτα.
- Οι γονείς του δεν τον καταλαβαίνουν.
- σχηματίζω προσωπική γνώμη ή αντίληψη για κάτι, το ερμηνεύω με τον δικό μου τρόπο Βικιλεξικό
- Έτσι καταλαβαίνω εγώ την δημοκρατία.
- προφορικόαισθάνομαι ή απολαμβάνω κάτι έντονα ή, αντίθετα, δεν το αντιλαμβάνομαι επειδή περνά γρήγορα Βικιλεξικό
- Φέτος καταλάβαμε γιορτές.
- Πέρασε η ώρα χωρίς να το καταλάβω.
- προφορικόαποκομίζω όφελος, κέρδος ή αποτέλεσμα από μια πράξη Βικιλεξικό
- Τι κατάλαβες που θύμωσες;
Ετυμολογία
καταλαβαίνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική καταλαβαίνω. Συγχρονικά αναλύεται σε κατα- + λαβαίνω. Παραβάλετε καταλαμβάνω.
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | καταλαβαίνω | καταλαβαίνεις | καταλαβαίνει | καταλαβαίνουμε | καταλαβαίνετε | καταλαβαίνουν / καταλαβαίνουνε |
| Παρατατικός | καταλάβαινα | καταλάβαινες | καταλάβαινε | καταλαβαίναμε | καταλαβαίνατε | καταλάβαιναν / καταλαβαίναν / καταλαβαίνανε |
| Αόριστος | κατάλαβα | κατάλαβες | κατάλαβε | καταλάβαμε | καταλάβατε | κατάλαβαν / καταλάβαν / καταλάβανε |
| Μέλλοντας | θα καταλάβω / θα καταλαβαίνω | θα καταλάβεις / θα καταλαβαίνεις | θα καταλάβει / θα καταλαβαίνει | θα καταλάβουμε / θα καταλαβαίνουμε | θα καταλάβετε / θα καταλαβαίνετε | θα καταλάβουν / θα καταλάβουνε / θα καταλαβαίνουν / θα καταλαβαίνουνε |
| Παρακείμενος | έχω καταλάβει | έχεις καταλάβει | έχει καταλάβει | έχουμε καταλάβει | έχετε καταλάβει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα καταλάβει | είχες καταλάβει | είχε καταλάβει | είχαμε καταλάβει | είχατε καταλάβει | — |
| Υποτακτική | να έχω καταλάβει / να καταλάβω / να καταλαβαίνω | να έχεις καταλάβει / να καταλάβεις / να καταλαβαίνεις | να έχει καταλάβει / να καταλάβει / να καταλαβαίνει | να έχουμε καταλάβει / να καταλάβουμε / να καταλαβαίνουμε | να έχετε καταλάβει / να καταλάβετε / να καταλαβαίνετε | να καταλάβουν / να καταλάβουνε / να καταλαβαίνουν / να καταλαβαίνουνε |
| Προστακτική | — | κατάλαβε / καταλάβαινε | — | — | καταλάβετε / καταλαβαίνετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →