Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καταληπτικός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ιατρικήπου πάσχει από καταληψία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καταληπτικός < (ελληνιστική κοινή) < καταλαμβάνω < λαμβάνω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκαταληπτική / καταληπτικός / καταληπτικόκαταληπτικές / καταληπτικοί / καταληπτικά
Γενικήκαταληπτικής / καταληπτικού / καταληπτικούκαταληπτικών / καταληπτικών / καταληπτικών
Αιτιατικήκαταληπτική / καταληπτικό / καταληπτικόκαταληπτικές / καταληπτικούς / καταληπτικά
Κλητικήκαταληπτική / καταληπτικέ / καταληπτικόκαταληπτικές / καταληπτικοί / καταληπτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

καταληπτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. στρατιωτικός όροςο ικανός για κατάληψη - κυριαρχία Βικιλεξικό
  2. ιατρικήπου έχει σχέση με την καταληψία ή αναφέρεται σ' αυτή Βικιλεξικό
  3. που έχει την ικανότητα να κατανοήσει Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καταληπτικός < (ελληνιστική κοινή) < καταλαμβάνω < λαμβάνω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαταληπτικόςκαταληπτικήκαταληπτικό
Γενικήκαταληπτικούκαταληπτικήςκαταληπτικού
Αιτιατικήκαταληπτικόκαταληπτικήκαταληπτικό
Κλητικήκαταληπτικέκαταληπτικήκαταληπτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαταληπτικοίκαταληπτικέςκαταληπτικά
Γενικήκαταληπτικώνκαταληπτικώνκαταληπτικών
Αιτιατικήκαταληπτικούςκαταληπτικέςκαταληπτικά
Κλητικήκαταληπτικοίκαταληπτικέςκαταληπτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →