Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καταλλαγή

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η συνδιαλλαγή, η συμφιλίωση Βικιλεξικό
    • Στο σημερινό αποστολικό ανάγνωσμα ο Απόστολος Παύλος, ανάμεσα στα άλλα θέματα που θίγει, αναφέρεται στη θυσία του Χριστού που απέβη η καταλλαγή του ανθρώπου με το Θεό, δηλαδή στη συμφιλίωσή μας μαζί του. (Φωνή Κυρίου, Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδας, Έτος 53ον, 10 Ιουλίου 2005, αρ. φύλλου 28 (2719))
    • Οἱ ἐκρήξεις φονταμενταλισμοῦ πού παρατηροῦνται στούς κόλπους διαφόρων θρησκειῶν ἀποτελοῦν ἔκφραση νοσηρῆς θρησκευτικότητος. Ὁ νηφάλιος διαθρησκειακός διάλογος συμβάλλει σημαντικά στήν προώθηση τῆς ἀμοιβαίας ἐμπιστοσύνης, τῆς ειρήνης καί τῆς καταλλαγῆς. (Αγία και Μεγάλη Σύνοδος της Ορθοδόξου Εκκλησίας, Μήνυμα της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας, 17 έως 26 Ιουνίου 2016)
  2. η ανταλλαγή (π.χ. νομισμάτων) Βικιλεξικό
  3. το κέρδος από ανταλλαγή νομισμάτων Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καταλλαγή < αρχαία ελληνική καταλλαγή

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκαταλλαγήκαταλλαγές
Γενικήκαταλλαγήςκαταλλαγών
Αιτιατικήκαταλλαγήκαταλλαγές
Κλητικήκαταλλαγήκαταλλαγές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →