Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καταλογισμός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. νομικός όροςη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του καταλογίζω Βικιλεξικό
    • Με προεδρικό διάταγμα, το οποίο εκδίδεται μετά από πρόταση των Υπουργών Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Οικονομικών, ρυθμίζονται θέματα που αφορούν στη βεβαίωση εσόδων, στην ανάληψη υποχρεώσεων, στην έκδοση χρηματικών ενταλμάτων, στην ευθύνη και στον καταλογισμό σε βάρος των προσώπων που τα εκδίδουν και τα προσυπογράφουν, στη διαδικασία και το περιεχόμενο του ελέγχου των χρηματικών ενταλμάτων, στη χρηματική διαχείριση της ταμειακής υπηρεσίας, στη λογοδοσία των υπαλλήλων που ασκούν καθήκοντα ταμία (Νόμος 3852/2010, Άρθρο 268)
  2. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του καταλογίζω Βικιλεξικό
  3. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του καταλογίζω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καταλογισμός < ελληνιστική κοινή καταλογισμός < αρχαία ελληνική καταλογίζομαι < κατά + λογίζομαι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκαταλογισμόςκαταλογισμοί
Γενικήκαταλογισμούκαταλογισμών
Αιτιατικήκαταλογισμόκαταλογισμούς
Κλητικήκαταλογισμέκαταλογισμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →