καταμαγεύω
•
- μαγεύω κάποιον σε μεγάλο βαθμό, τον γοητεύω και τον συναρπάζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καταμαγεύω < (ελληνιστική κοινή) (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική enchanter)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | καταμαγεύω | καταμαγεύεις | καταμαγεύει | καταμαγεύουμε | καταμαγεύετε | καταμαγεύουν / καταμαγεύουνε |
| Παρατατικός | καταμάγευα | καταμάγευες | καταμάγευε | καταμαγεύαμε | καταμαγεύατε | καταμάγευαν / καταμαγεύαν / καταμαγεύανε |
| Αόριστος | καταμάγεψα | καταμάγεψες | καταμάγεψε | καταμαγέψαμε | καταμαγέψατε | καταμάγεψαν / καταμαγέψαν / καταμαγέψανε |
| Μέλλοντας | θα καταμαγέψω / θα καταμαγεύω | θα καταμαγέψεις / θα καταμαγεύεις | θα καταμαγέψει / θα καταμαγεύει | θα καταμαγέψουμε / θα καταμαγεύουμε | θα καταμαγέψετε / θα καταμαγεύετε | θα καταμαγέψουν / θα καταμαγέψουνε / θα καταμαγεύουν / θα καταμαγεύουνε |
| Παρακείμενος | έχω καταμαγέψει | έχεις καταμαγέψει | έχει καταμαγέψει | έχουμε καταμαγέψει | έχετε καταμαγέψει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα καταμαγέψει | είχες καταμαγέψει | είχε καταμαγέψει | είχαμε καταμαγέψει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω καταμαγέψει / να καταμαγέψω / να καταμαγεύω | να έχεις καταμαγέψει / να καταμαγέψεις / να καταμαγεύεις | να έχει καταμαγέψει / να καταμαγέψει / να καταμαγεύει | να έχουμε καταμαγέψει / να καταμαγέψουμε / να καταμαγεύουμε | να έχετε καταμαγέψει / να καταμαγέψετε / να καταμαγεύετε | να καταμαγέψουν / να καταμαγέψουνε / να καταμαγεύουν / να καταμαγεύουνε |
| Προστακτική | — | καταμάγευε / καταμάγεψε | — | — | καταμαγέψτε / καταμαγεύετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →