καταματώνω
•
- πληγώνω κάποιον πολύ, ώστε να γεμίσει αίματα Βικιλεξικό
- βγάζω πολύ αίμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καταματώνω < κατά + ματώνω < αίμα
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | καταματώνω | καταματώνεις | καταματώνει | καταματώνουμε | καταματώνετε | καταματώνουν / καταματώνουνε |
| Παρατατικός | καταμάτωνα | καταμάτωνες | καταμάτωνε | καταματώναμε | καταματώνατε | καταμάτωναν / καταματώναν / καταματώνανε |
| Αόριστος | καταμάτωσα | καταμάτωσες | καταμάτωσε | καταματώσαμε | καταματώσατε | καταμάτωσαν / καταματώσαν / καταματώσανε |
| Μέλλοντας | θα καταματώνω / θα καταματώσω | θα καταματώνεις / θα καταματώσεις | θα καταματώνει / θα καταματώσει | θα καταματώνουμε / θα καταματώσουμε | θα καταματώνετε / θα καταματώσετε | θα καταματώνουν / θα καταματώνουνε / θα καταματώσουν / θα καταματώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω καταματώσει | έχεις καταματώσει | έχει καταματώσει | έχουμε καταματώσει | έχετε καταματώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα καταματώσει | είχες καταματώσει | είχε καταματώσει | είχαμε καταματώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω καταματώσει / να καταματώνω / να καταματώσω | να έχεις καταματώσει / να καταματώνεις / να καταματώσεις | να έχει καταματώσει / να καταματώνει / να καταματώσει | να έχουμε καταματώσει / να καταματώνουμε / να καταματώσουμε | να έχετε καταματώσει / να καταματώνετε / να καταματώσετε | να καταματώνουν / να καταματώνουνε / να καταματώσουν / να καταματώσουνε |
| Προστακτική | — | καταμάτωνε / καταμάτωσε | — | — | καταματώνετε / καταματώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →