καταμουντζουρώνω
•
- προφορικόμουντζουρώνω εντελώς Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καταμουντζουρώνω < κατα- + μουντζουρώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | καταμουντζουρώνω | καταμουντζουρώνεις | καταμουντζουρώνει | καταμουντζουρώνουμε | καταμουντζουρώνετε | καταμουντζουρώνουν / καταμουντζουρώνουνε |
| Παρατατικός | καταμουντζούρωνα | καταμουντζούρωνες | καταμουντζούρωνε | καταμουντζουρώναμε | καταμουντζουρώνατε | καταμουντζουρώναν / καταμουντζουρώνανε / καταμουντζούρωναν |
| Αόριστος | καταμουντζούρωσα | καταμουντζούρωσες | καταμουντζούρωσε | καταμουντζουρώσαμε | καταμουντζουρώσατε | καταμουντζουρώσαν / καταμουντζουρώσανε / καταμουντζούρωσαν |
| Μέλλοντας | θα καταμουντζουρώνω / θα καταμουντζουρώσω | θα καταμουντζουρώνεις / θα καταμουντζουρώσεις | θα καταμουντζουρώνει / θα καταμουντζουρώσει | θα καταμουντζουρώνουμε / θα καταμουντζουρώσουμε | θα καταμουντζουρώνετε / θα καταμουντζουρώσετε | θα καταμουντζουρώνουν / θα καταμουντζουρώνουνε / θα καταμουντζουρώσουν / θα καταμουντζουρώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω καταμουντζουρώσει | έχεις καταμουντζουρώσει | έχει καταμουντζουρώσει | έχουμε καταμουντζουρώσει | έχετε καταμουντζουρώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα καταμουντζουρώσει | είχες καταμουντζουρώσει | είχε καταμουντζουρώσει | είχαμε καταμουντζουρώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω καταμουντζουρώσει / να καταμουντζουρώνω / να καταμουντζουρώσω | να έχεις καταμουντζουρώσει / να καταμουντζουρώνεις / να καταμουντζουρώσεις | να έχει καταμουντζουρώσει / να καταμουντζουρώνει / να καταμουντζουρώσει | να έχουμε καταμουντζουρώσει / να καταμουντζουρώνουμε / να καταμουντζουρώσουμε | να έχετε καταμουντζουρώσει / να καταμουντζουρώνετε / να καταμουντζουρώσετε | να καταμουντζουρώνουν / να καταμουντζουρώνουνε / να καταμουντζουρώσουν / να καταμουντζουρώσουνε |
| Προστακτική | — | καταμουντζούρωνε / καταμουντζούρωσε | — | — | καταμουντζουρώνετε / καταμουντζουρώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →