Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κατανάγκη

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. εξαναγκασμός Βικιλεξικό
  2. ξόρκι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κατανάγκη < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή κατανάγκη < κατ- + ἀνάγκη

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

κατανάγκη

επίρρημα
•
  1. αναγκαστικά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κατανάγκη: άλλη γραφή του κατ' ανάγκη / κατ' ανάγκην ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →