καταναλωθείς
•
- που καταναλώθηκε, που ξοδεύτηκε, αναλώθηκε, δαπανήθηκε, που έγινε πλήρης χρήση του Βικιλεξικό
- οι καταναλωθείσες ποσότητες, πρώτες ύλες κ.λπ.
- οι καταναλωθέντες όγκοι (υλικών), πόροι, υδατάνθρακες κ.λπ.
- τα καταναλωθέντα τρόφιμα, υλικά κ.λπ.
Ετυμολογία
καταναλωθείς < λόγια μετοχή παθητικού αορίστου του καταναλώνω < κατά + ἀναλώνω
Άλλοι τύποι
καταναλωθένκαταναλωθέντακαταναλωθένταςκαταναλωθέντεςκαταναλωθέντοςκαταναλωθέντωνκαταναλωθείςκαταναλωθείσακαταναλωθείσαςκαταναλωθείσεςκαταναλωθείσηςκαταναλωθεισών
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →