Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καταναλωτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με την κατανάλωση Βικιλεξικό
  2. άτομο που του αρέσει να καταναλώνει πολλά, να κάνει συχνά αγορές που είναι περιττές ή πάντως όχι αναγκαίες Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καταναλωτικός < (ελληνιστική κοινή) καταναλωτικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαταναλωτικόςκαταναλωτικήκαταναλωτικό
Γενικήκαταναλωτικούκαταναλωτικήςκαταναλωτικού
Αιτιατικήκαταναλωτικόκαταναλωτικήκαταναλωτικό
Κλητικήκαταναλωτικέκαταναλωτικήκαταναλωτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαταναλωτικοίκαταναλωτικέςκαταναλωτικά
Γενικήκαταναλωτικώνκαταναλωτικώνκαταναλωτικών
Αιτιατικήκαταναλωτικούςκαταναλωτικέςκαταναλωτικά
Κλητικήκαταναλωτικοίκαταναλωτικέςκαταναλωτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →