κατανυκτικότητα
•
- λόγιοη ιδιότητα του κατανυκτικού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κατανυκτικότητα < κατανυκτικός + -ότητα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κατανυκτικότητα | κατανυκτικότητες |
| Γενική | κατανυκτικότητας | κατανυκτικοτήτων |
| Αιτιατική | κατανυκτικότητα | κατανυκτικότητες |
| Κλητική | κατανυκτικότητα | κατανυκτικότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →