κατανύσσομαι
•
- λόγιονιώθω κατάνυξη, βαθιά θρησκευτική συγκίνηση ή ευλάβεια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κατανύσσομαι < αρχαία ελληνική κατανύσσομαι, παθητική φωνή του ρήματος κατανύσσω < κατά + νύσσω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →