καταπάνω
•
- επάνω ή ενάντια σε κάποιον ή κάτι, προς το μέρος Βικιλεξικό
- Στου ήλιου τις καυτερές αχτίδες και στών μανιασμένων αγέρηδων, των Χαμσίν, όπως τους λένε, τα ξεσπάσματα, ποὺ ρίχνουν τόνους καὶ τόνους τὴν ἄμμο καταπάνω τους. (Νέα Εστία, τεύχη 1540-1544, 1991, σελ. 1460)
Ετυμολογία
καταπάνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική καταπάνω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →