Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καταπαύω

/ka.taˈpa.vo/ρήμα
•
  1. διακόπτω κάτι τελείως Βικιλεξικό
    • –Ἐμπρός, ἐμπρός, ἐφθάρησαν τὰ ὅπλα τῶν Ἑλλήνων· / Μόλις τὸν ἄοπλον ἐχθρόν, θρασύδειλοι, νικᾶτε· / Τὸν θάνατον κατέπαυσε τὸ ὅπλον μας ἐκχύνον, / Ἐμπρός, οὐδεὶς ἀνθίσταται, ὀθωμανοί, κτυπᾶτε. (Δημήτριος Παπαρρηγόπουλος, Το Αρκάδι)

Ετυμολογία

καταπαύω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική καταπαύω < (κατά, κατα- + παύω) και (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική cesser

Άλλοι τύποι

κατέπαυσα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →