καταπαύω
•
- διακόπτω κάτι τελείως Βικιλεξικό
- –Ἐμπρός, ἐμπρός, ἐφθάρησαν τὰ ὅπλα τῶν Ἑλλήνων· / Μόλις τὸν ἄοπλον ἐχθρόν, θρασύδειλοι, νικᾶτε· / Τὸν θάνατον κατέπαυσε τὸ ὅπλον μας ἐκχύνον, / Ἐμπρός, οὐδεὶς ἀνθίσταται, ὀθωμανοί, κτυπᾶτε. (Δημήτριος Παπαρρηγόπουλος, Το Αρκάδι)
Ετυμολογία
καταπαύω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική καταπαύω < (κατά, κατα- + παύω) και (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική cesser
Άλλοι τύποι
κατέπαυσα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →