καταπιάνομαι
•
- ασχολούμαι εντατικά με κάτι, αφοσιώνομαι Βικιλεξικό
- καταπιάστηκαν αρκετοί με το βικιλεξικό και μεγάλωσε το λημματολόγιο
- Ἀφοῦ εἶδε κι ἀποεῖδε, ἡ γρια-Μορισίνα, καὶ καμμιὰ δουλειά, κανένα ἔργο, ὅ,τι κι ἂν εἶχε καταπιαστῆ, δὲν τῆς ἐβγῆκε σὲ καλὸ τέλος, στὰ ὑστερνά της βάλθηκε κι αὐτὴ ν᾿ ἀποσώνῃ τὶς κουβέντες, τὰ μαντᾶτα, καὶ τὶς δουλειὲς τῶν ἀλλωνῶν.[…]
- Ο Σωτήρης καταπιάστηκε να φτιάξει μια χαλασμένη πρίζα. (⌘ Διδώ Σωτηρίου, Εντολή, [μυθιστόρημα], 1976)
Ετυμολογία
καταπιάνομαι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική καταπιάνομαι (επιχειρώ κάτι), μέση φωνή του ρήματος καταπιάνω (κυριεύω) < (κατά) κατα- + πιάνω, πιάνομαι
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | καταπιάνομαι | καταπιάνεσαι | καταπιάνεται | καταπιανόμαστε | καταπιάνεστε | καταπιάνονται |
| Παρατατικός | καταπιανόμουν / καταπιανόμουνα | καταπιανόσουν / καταπιανόσουνα | καταπιανόταν / καταπιανότανε | καταπιανόμασταν / καταπιανόμαστε | καταπιανόσασταν / καταπιανόσαστε | καταπιάνονταν / καταπιανόντουσαν |
| Αόριστος | καταπιάστηκα | καταπιάστηκες | καταπιάστηκε | καταπιαστήκαμε | καταπιαστήκατε | καταπιάστηκαν / καταπιαστήκαν / καταπιαστήκανε |
| Μέλλοντας | θα καταπιάνομαι / θα καταπιαστώ | θα καταπιάνεσαι / θα καταπιαστείς | θα καταπιάνεται / θα καταπιαστεί | θα καταπιανόμαστε / θα καταπιαστούμε | θα καταπιάνεστε / θα καταπιαστείτε | θα καταπιάνονται / θα καταπιαστούν / θα καταπιαστούνε |
| Παρακείμενος | έχω καταπιαστεί | έχεις καταπιαστεί | έχει καταπιαστεί | έχουμε καταπιαστεί | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα καταπιαστεί | είχες καταπιαστεί | είχε καταπιαστεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω καταπιαστεί / να καταπιάνομαι / να καταπιαστώ | να έχεις καταπιαστεί / να καταπιάνεσαι / να καταπιαστείς | να έχει καταπιαστεί / να καταπιάνεται / να καταπιαστεί | να έχουμε καταπιαστεί / να καταπιανόμαστε / να καταπιαστούμε | να καταπιάνεστε / να καταπιαστείτε | να καταπιάνονται / να καταπιαστούν / να καταπιαστούνε |
| Προστακτική | — | καταπιάσου | — | — | καταπιάνεστε / καταπιαστείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →