καταπιέζομαι
•
- παθητική φωνή του ρήματος καταπιέζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | καταπιέζομαι | καταπιέζεσαι | καταπιέζεται | καταπιεζόμαστε | καταπιέζεστε | καταπιέζονται |
| Παρατατικός | καταπιεζόμουν / καταπιεζόμουνα | καταπιεζόσουν / καταπιεζόσουνα | καταπιεζόταν / καταπιεζότανε | καταπιεζόμασταν / καταπιεζόμαστε | καταπιεζόσασταν / καταπιεζόσαστε | καταπιέζονταν / καταπιεζόντουσαν |
| Αόριστος | καταπιέστηκα | καταπιέστηκες | καταπιέστηκε | καταπιεστήκαμε | καταπιεστήκατε | καταπιέστηκαν / καταπιεστήκαν / καταπιεστήκανε |
| Μέλλοντας | θα καταπιέζομαι / θα καταπιεστώ | θα καταπιέζεσαι / θα καταπιεστείς | θα καταπιέζεται / θα καταπιεστεί | θα καταπιεζόμαστε / θα καταπιεστούμε | θα καταπιέζεστε / θα καταπιεστείτε | θα καταπιέζονται / θα καταπιεστούν / θα καταπιεστούνε |
| Παρακείμενος | έχω καταπιεστεί | έχεις καταπιεστεί | έχει καταπιεστεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα καταπιεστεί | είχες καταπιεστεί | είχε καταπιεστεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω καταπιεστεί / να καταπιέζομαι / να καταπιεστώ | να έχεις καταπιεστεί / να καταπιέζεσαι / να καταπιεστείς | να έχει καταπιεστεί / να καταπιέζεται / να καταπιεστεί | να καταπιεζόμαστε / να καταπιεστούμε | να καταπιέζεστε / να καταπιεστείτε | να καταπιέζονται / να καταπιεστούν / να καταπιεστούνε |
| Προστακτική | — | καταπιέζου / καταπιέσου | — | — | καταπιέζεστε / καταπιεστείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →