Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καταπικραίνω

ρήμα
•
  1. κυριολεκτικάπικραίνω πάρα πολύ Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καταπικραίνω < μεσαιωνική ελληνική καταπικραίνω < ελληνιστική κοινή κατάπικρος < αρχαία ελληνική κατα- + πικρός

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςκαταπικραίνωκαταπικραίνειςκαταπικραίνεικαταπικραίνουμεκαταπικραίνετεκαταπικραίνουν / καταπικραίνουνε
Παρατατικόςκαταπίκραινακαταπίκραινεςκαταπίκραινεκαταπικραίναμεκαταπικραίνατεκαταπίκραιναν / καταπικραίναν / καταπικραίνανε
Αόριστοςκαταπίκρανακαταπίκρανεςκαταπίκρανεκαταπικράναμεκαταπικράνατεκαταπίκραναν / καταπικράναν / καταπικράνανε
Μέλλονταςθα καταπικράνω / θα καταπικραίνωθα καταπικράνεις / θα καταπικραίνειςθα καταπικράνει / θα καταπικραίνειθα καταπικράνουμε / θα καταπικραίνουμεθα καταπικράνετε / θα καταπικραίνετεθα καταπικράνουν / θα καταπικράνουνε / θα καταπικραίνουν / θα καταπικραίνουνε
Παρακείμενοςέχω καταπικράνειέχεις καταπικράνειέχει καταπικράνειέχουμε καταπικράνειέχετε καταπικράνει—
Υπερσυντέλικοςείχα καταπικράνειείχες καταπικράνειείχε καταπικράνειείχαμε καταπικράνειείχατε καταπικράνει—
Υποτακτικήνα έχω καταπικράνει / να καταπικράνω / να καταπικραίνωνα έχεις καταπικράνει / να καταπικράνεις / να καταπικραίνειςνα έχει καταπικράνει / να καταπικράνει / να καταπικραίνεινα έχουμε καταπικράνει / να καταπικράνουμε / να καταπικραίνουμενα έχετε καταπικράνει / να καταπικράνετε / να καταπικραίνετενα καταπικράνουν / να καταπικράνουνε / να καταπικραίνουν / να καταπικραίνουνε
Προστακτική—καταπίκραινε / καταπίκρανε——καταπικράνετε / καταπικραίνετε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →