καταπιστευματικός
•
- που σχετίζεται ή αναφέρεται σε καταπίστευμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καταπιστευματικός < καταπίστευμα, καταπιστευματ- + -ικός : Η λέξη μαρτυρείται από το 1887.
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καταπιστευματικός | καταπιστευματική | καταπιστευματικό |
| Γενική | καταπιστευματικού | καταπιστευματικής | καταπιστευματικού |
| Αιτιατική | καταπιστευματικό | καταπιστευματική | καταπιστευματικό |
| Κλητική | καταπιστευματικέ | καταπιστευματική | καταπιστευματικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καταπιστευματικοί | καταπιστευματικές | καταπιστευματικά |
| Γενική | καταπιστευματικών | καταπιστευματικών | καταπιστευματικών |
| Αιτιατική | καταπιστευματικούς | καταπιστευματικές | καταπιστευματικά |
| Κλητική | καταπιστευματικοί | καταπιστευματικές | καταπιστευματικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →