Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καταπιστευματικός

/ka.ta.pi.stev.ma.tiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που σχετίζεται ή αναφέρεται σε καταπίστευμα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καταπιστευματικός < καταπίστευμα, καταπιστευματ- + -ικός : Η λέξη μαρτυρείται από το 1887.

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαταπιστευματικόςκαταπιστευματικήκαταπιστευματικό
Γενικήκαταπιστευματικούκαταπιστευματικήςκαταπιστευματικού
Αιτιατικήκαταπιστευματικόκαταπιστευματικήκαταπιστευματικό
Κλητικήκαταπιστευματικέκαταπιστευματικήκαταπιστευματικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαταπιστευματικοίκαταπιστευματικέςκαταπιστευματικά
Γενικήκαταπιστευματικώνκαταπιστευματικώνκαταπιστευματικών
Αιτιατικήκαταπιστευματικούςκαταπιστευματικέςκαταπιστευματικά
Κλητικήκαταπιστευματικοίκαταπιστευματικέςκαταπιστευματικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →