Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καταπιόνας

/ka.taˈpço.nas/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. λαϊκότροποο οισοφάγος Βικιλεξικό
    • Άρπαξε με τρεμάμενο χέρι το ποτήρι και τ' άδειασε στον καταπιόνα του. (Μ. Καραγάτσης Το εγγλέζικο μαχαίρι [διήγημα])

Ετυμολογία

καταπιόνας < καταπί(νω) + -όνας

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκαταπιόναςκαταπιόνες
Γενικήκαταπιόνακαταπιόνων
Αιτιατικήκαταπιόνακαταπιόνες
Κλητικήκαταπιόνακαταπιόνες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →