Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καταπλέω

ρήμα
•
  1. φτάνω στον προορισμό μου κινούμενος μέσα στη θάλασσα Βικιλεξικό
  2. συνεκδοχικάκατευθύνομαι προς τον προορισμό μου κινούμενος μέσα στη θάλασσα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καταπλέω < αρχαία ελληνική καταπλέω

Άλλοι τύποι

κατέπλεακατέπλευσακαταπλεύσω

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →