Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καταπνικτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την κατάπνιξη ή συντελεί σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καταπνικτικός < καταπνίγω + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαταπνικτικόςκαταπνικτικήκαταπνικτικό
Γενικήκαταπνικτικούκαταπνικτικήςκαταπνικτικού
Αιτιατικήκαταπνικτικόκαταπνικτικήκαταπνικτικό
Κλητικήκαταπνικτικέκαταπνικτικήκαταπνικτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαταπνικτικοίκαταπνικτικέςκαταπνικτικά
Γενικήκαταπνικτικώνκαταπνικτικώνκαταπνικτικών
Αιτιατικήκαταπνικτικούςκαταπνικτικέςκαταπνικτικά
Κλητικήκαταπνικτικοίκαταπνικτικέςκαταπνικτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →