καταπνικτικός
•
- που έχει σχέση με την κατάπνιξη ή συντελεί σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καταπνικτικός < καταπνίγω + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καταπνικτικός | καταπνικτική | καταπνικτικό |
| Γενική | καταπνικτικού | καταπνικτικής | καταπνικτικού |
| Αιτιατική | καταπνικτικό | καταπνικτική | καταπνικτικό |
| Κλητική | καταπνικτικέ | καταπνικτική | καταπνικτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καταπνικτικοί | καταπνικτικές | καταπνικτικά |
| Γενική | καταπνικτικών | καταπνικτικών | καταπνικτικών |
| Αιτιατική | καταπνικτικούς | καταπνικτικές | καταπνικτικά |
| Κλητική | καταπνικτικοί | καταπνικτικές | καταπνικτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →