καταπολεμώ
•
- εξουδετερώνω κάποιον ή κάτι επικίνδυνο, αντιμετωπίζοντάς το(ν) με δραστικό τρόπο Βικιλεξικό
- η κυβέρνηση αγωνίζεται να καταπολεμήσει την κερδοσκοπία
Ετυμολογία
καταπολεμώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική καταπολεμῶ, συνηρημένος τύπος του καταπολεμέω (εξαντλώ από τον πόλεμο) & σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική combattre. Συγχρονικά αναλύεται σε κατα- + πολεμώ. Δείτε και καταπολεμάω.
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | καταπολεμάω / καταπολεμώ | καταπολεμάς / καταπολεμείς / καταπολεμείσαι | καταπολεμά / καταπολεμάει / καταπολεμεί / καταπολεμείται | καταπολεμάμε / καταπολεμούμε | καταπολεμάτε / καταπολεμείστε / καταπολεμείτε | καταπολεμάν / καταπολεμάνε / καταπολεμούν |
| Παρατατικός | καταπολέμαγα / καταπολεμούμουν / καταπολεμούσα | καταπολέμαγες / καταπολεμούσες / καταπολεμούσουν | καταπολέμαγε / καταπολεμούνταν / καταπολεμούσε | καταπολεμάγαμε / καταπολεμούμασταν / καταπολεμούσαμε | καταπολεμάγατε / καταπολεμούσασταν / καταπολεμούσαστε / καταπολεμούσατε | καταπολεμούνταν |
| Αόριστος | καταπολέμησα | — | — | — | — | — |
| Μέλλοντας | θα καταπολεμάω / θα καταπολεμώ | θα καταπολεμάς / θα καταπολεμείς / θα καταπολεμείσαι | θα καταπολεμά / θα καταπολεμάει / θα καταπολεμεί / θα καταπολεμείται | θα καταπολεμάμε / θα καταπολεμούμε | θα καταπολεμάτε / θα καταπολεμείστε / θα καταπολεμείτε | θα καταπολεμάν / θα καταπολεμάνε / θα καταπολεμούν |
| Υποτακτική | να καταπολεμάω / να καταπολεμώ | να καταπολεμάς / να καταπολεμείς / να καταπολεμείσαι | να καταπολεμά / να καταπολεμάει / να καταπολεμεί / να καταπολεμείται | να καταπολεμάμε / να καταπολεμούμε | να καταπολεμάτε / να καταπολεμείστε / να καταπολεμείτε | να καταπολεμάν / να καταπολεμάνε / να καταπολεμούν |
| Προστακτική | — | καταπολέμα / καταπολέμαγε | — | — | καταπολεμάτε / καταπολεμείστε / καταπολεμείτε | — |
Μεσοπαθητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | καταπολεμιέμαι / καταπολεμούμαι | — | — | καταπολεμούμαστε | — | καταπολεμούνται |
| Παρατατικός | — | — | — | καταπολεμούμαστε | — | — |
| Αόριστος | καταπολεμήθηκα | — | — | — | — | — |
| Μέλλοντας | θα καταπολεμιέμαι / θα καταπολεμούμαι | — | — | θα καταπολεμούμαστε | — | θα καταπολεμούνται |
| Υποτακτική | να καταπολεμιέμαι / να καταπολεμούμαι | — | — | να καταπολεμούμαστε | — | να καταπολεμούνται |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →