καταπονούμαι
•
- κουράζομαι υπερβολικά Βικιλεξικό
- μάθε να μην καταπονείσαι αλλά να μαζεύεις τις δυνάμεις σου
- υποβάλλομαι σε καταπόνηση Βικιλεξικό
- ο κινητήρας φαίνεται να έχει καταπονηθεί
- το κτίριο καταπονήθηκε αρκετά από το σεισμό
Ετυμολογία
καταπονούμαι < παθητική φωνή του ρήματος καταπονώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | καταπονούμαι | καταπονείσαι | καταπονείται | καταπονούμαστε | καταπονείστε | καταπονούνται |
| Παρατατικός | καταπονούμουν | καταπονούσουν | καταπονούνταν | καταπονούμασταν / καταπονούμαστε | καταπονούσασταν / καταπονούσαστε | καταπονούνταν |
| Αόριστος | καταπονήθηκα | καταπονήθηκες | καταπονήθηκε | καταπονηθήκαμε | καταπονηθήκατε | καταπονήθηκαν / καταπονηθήκαν / καταπονηθήκανε |
| Μέλλοντας | θα καταπονηθώ / θα καταπονούμαι | θα καταπονείσαι / θα καταπονηθείς | θα καταπονείται / θα καταπονηθεί | θα καταπονηθούμε / θα καταπονούμαστε | θα καταπονείστε / θα καταπονηθείτε | θα καταπονηθούν / θα καταπονηθούνε / θα καταπονούνται |
| Παρακείμενος | έχω καταπονηθεί | έχεις καταπονηθεί | έχει καταπονηθεί | έχουμε καταπονηθεί | έχετε καταπονηθεί | έχουν καταπονηθεί |
| Υπερσυντέλικος | είχα καταπονηθεί | είχες καταπονηθεί | είχε καταπονηθεί | είχαμε καταπονηθεί | είχατε καταπονηθεί | είχαν καταπονηθεί |
| Υποτακτική | να έχω καταπονηθεί / να καταπονηθώ / να καταπονούμαι | να έχεις καταπονηθεί / να καταπονείσαι / να καταπονηθείς | να έχει καταπονηθεί / να καταπονείται / να καταπονηθεί | να έχουμε καταπονηθεί / να καταπονηθούμε / να καταπονούμαστε | να έχετε καταπονηθεί / να καταπονείστε / να καταπονηθείτε | να έχουν καταπονηθεί / να καταπονηθούν / να καταπονηθούνε / να καταπονούνται |
| Προστακτική | — | καταπονήσου | — | — | καταπονείστε / καταπονηθείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →