καταποντίζω
•
- βυθίζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κατά + πόντος (= θάλασσα - βλ. ποντικός, Εύξεινος Πόντος)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | καταποντίζω | καταποντίζεις | καταποντίζει | καταποντίζουμε | καταποντίζετε | καταποντίζουν / καταποντίζουνε |
| Παρατατικός | καταπόντιζα | καταπόντιζες | καταπόντιζε | καταποντίζαμε | καταποντίζατε | καταποντίζαν / καταποντίζανε / καταπόντιζαν |
| Αόριστος | καταπόντισα | καταπόντισες | καταπόντισε | καταποντίσαμε | καταποντίσατε | καταποντίσαν / καταποντίσανε / καταπόντισαν |
| Μέλλοντας | θα καταποντίζω / θα καταποντίσω | θα καταποντίζεις / θα καταποντίσεις | θα καταποντίζει / θα καταποντίσει | θα καταποντίζουμε / θα καταποντίσουμε | θα καταποντίζετε / θα καταποντίσετε | θα καταποντίζουν / θα καταποντίζουνε / θα καταποντίσουν / θα καταποντίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω καταποντίσει | έχεις καταποντίσει | έχει καταποντίσει | έχουμε καταποντίσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα καταποντίσει | είχες καταποντίσει | είχε καταποντίσει | είχαμε καταποντίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω καταποντίσει / να καταποντίζω / να καταποντίσω | να έχεις καταποντίσει / να καταποντίζεις / να καταποντίσεις | να έχει καταποντίσει / να καταποντίζει / να καταποντίσει | να έχουμε καταποντίσει / να καταποντίζουμε / να καταποντίσουμε | να καταποντίζετε / να καταποντίσετε | να καταποντίζουν / να καταποντίζουνε / να καταποντίσουν / να καταποντίσουνε |
| Προστακτική | — | καταπόντιζε / καταπόντισε | — | — | καταποντίζετε / καταποντίστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
καταποντίζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →