καταπράσινος
•
- επιτατικό επίθετοπολύ πράσινος, εντελώς πράσινος Βικιλεξικό
- Έδειχνε την παράξενη γη τους, με τα τραχιά βουνά, τις ξηρές κοίτες των ποταμών που στέρευαν πριν φτάσουν στη θάλασσα, τις βαθιές βραχώδεις κοιλάδες, τις αλμυρές λίμνες, τις καταπράσινες οάσεις, τα χρυσαφένια αμμώδη κύματα της ερήμου που σήκωνε βουνά ο χαμσίν. (Στέλλα Σελήνη, Κόκκινη θάλασσα, εκδ. Ακακία, 2018)
Ετυμολογία
καταπράσινος < κατα- + πράσινος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καταπράσινος | καταπράσινη | καταπράσινο |
| Γενική | καταπράσινου | καταπράσινης | καταπράσινου |
| Αιτιατική | καταπράσινο | καταπράσινη | καταπράσινο |
| Κλητική | καταπράσινε | καταπράσινη | καταπράσινο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καταπράσινοι | καταπράσινες | καταπράσινα |
| Γενική | καταπράσινων | καταπράσινων | καταπράσινων |
| Αιτιατική | καταπράσινους | καταπράσινες | καταπράσινα |
| Κλητική | καταπράσινοι | καταπράσινες | καταπράσινα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →