Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καταπτόηση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λόγιοη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του καταπτοώ / καταπτοούμαι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καταπτόηση < καταπροώ + -ση < ελληνιστική κοινή καταπτοέω / καταπτοῶ

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκαταπτόησηκαταπτοήσεις
Γενικήκαταπτόησηςκαταπτοήσεων
Αιτιατικήκαταπτόησηκαταπτοήσεις
Κλητικήκαταπτόησηκαταπτοήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →