Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καταπώς

/ka.taˈpos/επίρρημα
•
  1. έτσι όπως Βικιλεξικό
    • Δεν του φέρθηκε καταπώς έπρεπε. Του φέρθηκε σκάρτα.
    • Σε μερεμέτισε καταπώς σ' ταιριάζει. (Μενέλαος Λουντέμης, Αγέλαστη Άνοιξη)

Ετυμολογία

καταπώς < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική καταπῶς (και σπανιότερα καταπώς. Συγχρονικά αναλύεται σε κατα- (κατά) + πώς

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →