καταπώς
•
- έτσι όπως Βικιλεξικό
- Δεν του φέρθηκε καταπώς έπρεπε. Του φέρθηκε σκάρτα.
- Σε μερεμέτισε καταπώς σ' ταιριάζει. (Μενέλαος Λουντέμης, Αγέλαστη Άνοιξη)
Ετυμολογία
καταπώς < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική καταπῶς (και σπανιότερα καταπώς. Συγχρονικά αναλύεται σε κατα- (κατά) + πώς
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →