Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καταρράκτης

/ka.taˈɾa.ktis/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. γεωγραφίαη ορμητική πτώση του νερού ενός ποταμού από μεγάλο ύψος, η οποία προκαλείται από την ανώμαλη διαμόρφωση του εδάφους με μεγάλες υψομετρικές διαφορές Βικιλεξικό
    • οι καταρράκτες του Νιαγάρα
  2. μεταφορικάσυνεχής και ασυγκράτητη ροή Βικιλεξικό
    • καταρράκτης πληροφοριών
  3. ιατρικήασθένεια των ματιών που οφείλεται στη μη φυσιολογική ανάπτυξη θαμπάδας στον οφθαλμικό φακό με συνέπεια την απώλεια ή τη μείωση της όρασης Βικιλεξικό
  4. ναυτικός όρος: μεγάλης ιπποδύναμης διπλό βαρούλκο σε γραμμική διάταξη, όπου τα δύο τύμπανα αγομένων φέρονται εν σειρά και ανισοϋψώς με ενδιάμεσα και πλευρικά το μηχανισμό στρέψης του, τα δε αγόμενα (σχοινιά ή συρματόσχοινα} φέρονται από την αυτή πλευρά δίνοντας σε λειτουργία εικόνα καταρράκτη. Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καταρράκτης < # (γεωγραφία) ελληνιστική κοινή καταρράκτης # (ιατρική) λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική cataracte < λατινική cataracta < ελληνιστική κοινή καταρράκτης

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκαταρράκτηςκαταρράκτες
Γενικήκαταρράκτηκαταρρακτών
Αιτιατικήκαταρράκτηκαταρράκτες
Κλητικήκαταρράκτηκαταρράκτες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →