καταρράκτης
•
- γεωγραφίαη ορμητική πτώση του νερού ενός ποταμού από μεγάλο ύψος, η οποία προκαλείται από την ανώμαλη διαμόρφωση του εδάφους με μεγάλες υψομετρικές διαφορές Βικιλεξικό
- οι καταρράκτες του Νιαγάρα
- μεταφορικάσυνεχής και ασυγκράτητη ροή Βικιλεξικό
- καταρράκτης πληροφοριών
- ιατρικήασθένεια των ματιών που οφείλεται στη μη φυσιολογική ανάπτυξη θαμπάδας στον οφθαλμικό φακό με συνέπεια την απώλεια ή τη μείωση της όρασης Βικιλεξικό
- ναυτικός όρος: μεγάλης ιπποδύναμης διπλό βαρούλκο σε γραμμική διάταξη, όπου τα δύο τύμπανα αγομένων φέρονται εν σειρά και ανισοϋψώς με ενδιάμεσα και πλευρικά το μηχανισμό στρέψης του, τα δε αγόμενα (σχοινιά ή συρματόσχοινα} φέρονται από την αυτή πλευρά δίνοντας σε λειτουργία εικόνα καταρράκτη. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καταρράκτης < # (γεωγραφία) ελληνιστική κοινή καταρράκτης # (ιατρική) λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική cataracte < λατινική cataracta < ελληνιστική κοινή καταρράκτης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καταρράκτης | καταρράκτες |
| Γενική | καταρράκτη | καταρρακτών |
| Αιτιατική | καταρράκτη | καταρράκτες |
| Κλητική | καταρράκτη | καταρράκτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →