καταρρακώνομαι
•
- γίνομαι ψυχικό ή ηθικό ράκος, κουρελιάζομαι ψυχικά ή ηθικά Βικιλεξικό
- εξουθενώνομαι ψυχικά ή ηθικά Βικιλεξικό
- υποβάλλομαι σε ψυχικό εξευτελισμό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καταρρακώνομαι < παθητική φωνή του ρήματος καταρρακώνω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →