καταρροϊκός
•
- που επιφέρει, ή έχει σχέση με καταρροή, ή κατάρρου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καταρροϊκός < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καταρροϊκός | καταρροϊκή | καταρροϊκό |
| Γενική | καταρροϊκού | καταρροϊκής | καταρροϊκού |
| Αιτιατική | καταρροϊκό | καταρροϊκή | καταρροϊκό |
| Κλητική | καταρροϊκέ | καταρροϊκή | καταρροϊκό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καταρροϊκοί | καταρροϊκές | καταρροϊκά |
| Γενική | καταρροϊκών | καταρροϊκών | καταρροϊκών |
| Αιτιατική | καταρροϊκούς | καταρροϊκές | καταρροϊκά |
| Κλητική | καταρροϊκοί | καταρροϊκές | καταρροϊκά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →