κατασκίζω
•
- σκίζω εντελώς Βικιλεξικό
- προξενώ σκισίματα Βικιλεξικό
- Περπάτησα στο γαρμπίλι και κατασκίστηκαν οι πατούσες μου.
Ετυμολογία
κατασκίζω < κατα- + σχίζω. Συγκρίνετε με το κατασχίζω.
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κατασκίζω | κατασκίζεις | κατασκίζει | κατασκίζουμε | κατασκίζετε | κατασκίζουν / κατασκίζουνε |
| Παρατατικός | κατάσκιζα | κατάσκιζες | κατάσκιζε | κατασκίζαμε | κατασκίζατε | κατάσκιζαν / κατασκίζαν / κατασκίζανε |
| Αόριστος | κατάσκισα | κατάσκισες | κατάσκισε | κατασκίσαμε | κατασκίσατε | κατάσκισαν / κατασκίσαν / κατασκίσανε |
| Μέλλοντας | θα κατασκίζω / θα κατασκίσω | θα κατασκίζεις / θα κατασκίσεις | θα κατασκίζει / θα κατασκίσει | θα κατασκίζουμε / θα κατασκίσουμε | θα κατασκίζετε / θα κατασκίσετε | θα κατασκίζουν / θα κατασκίζουνε / θα κατασκίσουν / θα κατασκίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω κατασκίσει | έχεις κατασκίσει | έχει κατασκίσει | έχουμε κατασκίσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κατασκίσει | είχες κατασκίσει | είχε κατασκίσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κατασκίσει / να κατασκίζω / να κατασκίσω | να έχεις κατασκίσει / να κατασκίζεις / να κατασκίσεις | να έχει κατασκίσει / να κατασκίζει / να κατασκίσει | να έχουμε κατασκίσει / να κατασκίζουμε / να κατασκίσουμε | να κατασκίζετε / να κατασκίσετε | να κατασκίζουν / να κατασκίζουνε / να κατασκίσουν / να κατασκίσουνε |
| Προστακτική | — | κατάσκιζε / κατάσκισε | — | — | κατασκίζετε / κατασκίστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
κατασκίστηκακατασκίζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →