Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κατασκόπευση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κατασκοπεύω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κατασκόπευση < ελληνιστική κοινή κατασκόπευσις < κατασκοπεύω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκατασκόπευσηκατασκοπεύσεις
Γενικήκατασκόπευσηςκατασκοπεύσεων
Αιτιατικήκατασκόπευσηκατασκοπεύσεις
Κλητικήκατασκόπευσηκατασκοπεύσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →