κατασταλαγμένος
•
- αυτός που έχει κατασταλάξει Βικιλεξικό
- για υγρό στο οποίο έχουν κατακαθίσει οι στερεές ουσίες που περιέχει Βικιλεξικό
- μεταφορικάγια πρόσωπο που έχει καταλήξει σε κάποια οριστική απόφαση ή που έχει διαμορφώσει άποψη για κάποιο θέμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κατασταλαγμένος < παθητική μετοχή (παρακείμενος) του ρήματος κατασταλάζω
Άλλοι τύποι
κατασταλαγμένακατασταλαγμένεκατασταλαγμένεςκατασταλαγμένηκατασταλαγμένηςκατασταλαγμένοκατασταλαγμένοικατασταλαγμένοςκατασταλαγμένουκατασταλαγμένουςκατασταλαγμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →