Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καταστρατήγηση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. παραβίαση, παράβαση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καταστρατήγηση < (καθαρεύουσα) καταστρατήγη(σις) + -ση < (ελληνιστική κοινή) < κατα- → και δείτε τη λέξη στρατηγός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκαταστρατήγησηκαταστρατηγήσεις
Γενικήκαταστρατήγησηςκαταστρατηγήσεων
Αιτιατικήκαταστρατήγησηκαταστρατηγήσεις
Κλητικήκαταστρατήγησηκαταστρατηγήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →