καταστροφολογία
•
- τάση κάποιου να μιλά για επερχόμενες καταστροφές, κακές συνέπειες για κάποιο έργο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καταστροφολογία < καταστροφ(ή) + -ο- + -λογία • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καταστροφολογία | καταστροφολογίες |
| Γενική | καταστροφολογίας | καταστροφολογιών |
| Αιτιατική | καταστροφολογία | καταστροφολογίες |
| Κλητική | καταστροφολογία | καταστροφολογίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →