κατασχίζω
•
- λόγια εκφορά του κατασκίζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κατασχίζω < λόγια επίδραση στο κατασκίζω ([sk] > [sx]) με επίδραση από την αρχαία ελληνική κατασχίζω (κόβω στα δύο). Μορφολογικά, κατα- + σχίζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Παρατατικός | κατασχιζόμουνα | κατασχιζόσουνα | κατασχιζότανε | — | κατασχιζόσαστε | κατασχιζόντουσαν |
| Αόριστος | — | — | — | — | — | κατασχισθήκαν / κατασχισθήκανε |
| Μέλλοντας | θα κατασχισθώ | θα κατασχισθείς | θα κατασχισθεί | θα κατασχισθούμε | θα κατασχισθείτε | θα κατασχισθούν / θα κατασχισθούνε |
| Παρακείμενος | έχω κατασχισθεί | έχεις κατασχισθεί | έχει κατασχισθεί | έχουμε κατασχισθεί | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κατασχισθεί | είχες κατασχισθεί | είχε κατασχισθεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κατασχισθεί / να κατασχισθώ | να έχεις κατασχισθεί / να κατασχισθείς | να έχει κατασχισθεί / να κατασχισθεί | να έχουμε κατασχισθεί / να κατασχισθούμε | να κατασχισθείτε | να κατασχισθούν / να κατασχισθούνε |
| Προστακτική | — | κατασχίσου | — | — | κατασχισθείτε | — |
Μεσοπαθητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κατασχίζομαι | κατασχίζεσαι | κατασχίζεται | κατασχιζόμαστε | κατασχίζεστε | κατασχίζονται |
| Παρατατικός | κατασχιζόμουν | κατασχιζόσουν | κατασχιζόταν | κατασχιζόμασταν / κατασχιζόμαστε | κατασχιζόσασταν | κατασχίζονταν |
| Αόριστος | κατασχίσθηκα | κατασχίσθηκες | κατασχίσθηκε | κατασχισθήκαμε | κατασχισθήκατε | κατασχίσθηκαν |
| Μέλλοντας | θα κατασχίζομαι | θα κατασχίζεσαι | θα κατασχίζεται | θα κατασχιζόμαστε | θα κατασχίζεστε | θα κατασχίζονται |
| Υποτακτική | να κατασχίζομαι | να κατασχίζεσαι | να κατασχίζεται | να κατασχιζόμαστε | να κατασχίζεστε | να κατασχίζονται |
| Προστακτική | — | — | — | — | κατασχίζεστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →