κατασχετήριο
•
- νομικός όροςέγγραφο με νομική ισχύ με το οποίο διενεργείται κατάσχεση Βικιλεξικό
- νομικός όροςένταλμα σύλληψης για άτομο που διαφεύγει τη σύλληψη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κατασχετήριο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου κατασχετήριος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κατασχετήριο | κατασχετήρια |
| Γενική | κατασχετήριου / κατασχετηρίου | κατασχετήριων / κατασχετηρίων |
| Αιτιατική | κατασχετήριο | κατασχετήρια |
| Κλητική | κατασχετήριο | κατασχετήρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →