Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κατασχετήριο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. νομικός όροςέγγραφο με νομική ισχύ με το οποίο διενεργείται κατάσχεση Βικιλεξικό
  2. νομικός όροςένταλμα σύλληψης για άτομο που διαφεύγει τη σύλληψη Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κατασχετήριο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου κατασχετήριος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκατασχετήριοκατασχετήρια
Γενικήκατασχετήριου / κατασχετηρίουκατασχετήριων / κατασχετηρίων
Αιτιατικήκατασχετήριοκατασχετήρια
Κλητικήκατασχετήριοκατασχετήρια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →