κατατίθεμαι
•
- για έγγραφαπαραδίδομαι σε αρμόδια υπηρεσία Βικιλεξικό
- το έγγραφο κατατέθηκε εν καιρώ
- το νομοσχέδιο κατατέθηκε στη Βουλή
- για χρήματαπαραδίδομαι σε τράπεζα Βικιλεξικό
- τα λεφτά κατατέθηκαν στο λογαριασμό του
- τοποθετούμαι με επισημότητα Βικιλεξικό
- κατατέθηκε στέφανος στο μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη
Ετυμολογία
κατατίθεμαι < καταθέτω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →