Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κατατεμαχισμός

/ka.ta.te.ma.xiˈzmos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού κατατεμαχίζω Βικιλεξικό
  2. η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού κατατεμαχίζω Βικιλεξικό
  3. πληροφορικήhash: το αποτέλεσμα μιας συνάρτησης κατατεμαχισμού (hash function) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κατατεμαχισμός < κατατεμαχίζω + -μός < μεσαιωνική ελληνική κατατεμαχίζω < κατα- + (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική τέμαχος < τέμνω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *tem- (τέμνω, κόβω)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκατατεμαχισμόςκατατεμαχισμοί
Γενικήκατατεμαχισμούκατατεμαχισμών
Αιτιατικήκατατεμαχισμόκατατεμαχισμούς
Κλητικήκατατεμαχισμέκατατεμαχισμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →